Η στεφανιαία νόσος εμφανίζεται όταν οι αρτηρίες που τροφοδοτούν τον καρδιακό μυ στενεύουν ή αποφράσσονται, συνήθως λόγω αθηρωματικών πλακών πλούσιων σε χοληστερόλη. Αυτό μπορεί να μειώσει την αιμάτωση της καρδιάς και να προκαλέσει πόνο ή βάρος στο στήθος, δύσπνοια, μειωμένη αντοχή ή ακόμη και έμφραγμα.
Τα συμπτώματα δεν είναι πάντα έντονα. Μπορεί να εκδηλωθούν ως κόπωση, δυσφορία, ναυτία ή ενοχλήματα που εμφανίζονται μόνο κατά τη σωματική ή ψυχολογική καταπόνηση. Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική, ιδιαίτερα όταν ο πόνος στο στήθος είναι νέος, έντονος ή επίμονος.
Η σύγχρονη καρδιολογία διαθέτει εξετάσεις όπως ηλεκτροκαρδιογράφημα, αιματολογικό έλεγχο, υπερηχογράφημα καρδιάς, αξονική στεφανιογραφία και στεφανιογραφία. Η θεραπεία εξατομικεύεται και μπορεί να περιλαμβάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής, φαρμακευτική αγωγή, τοποθέτηση stent ή χειρουργική επέμβαση bypass.
Η πρόληψη παραμένει το σημαντικότερο όπλο: σωστή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, της χοληστερόλης και του σακχάρου, διακοπή του καπνίσματος, διατήρηση υγιούς βάρους και τακτική άσκηση μειώνουν σημαντικά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων ξεκινά πολλά χρόνια πριν εμφανιστούν συμπτώματα. Η χοληστερόλη, η αρτηριακή πίεση, ο διαβήτης, το κάπνισμα, το οικογενειακό ιστορικό, η νεφρική λειτουργία, η εμμηνόπαυση και οι καθημερινές συνήθειες συνθέτουν το συνολικό καρδιαγγειακό προφίλ κάθε ανθρώπου.
Η LDL («κακή») χοληστερόλη ευνοεί τη δημιουργία αθηρωματικών πλακών, όμως οι θεραπευτικές αποφάσεις δεν βασίζονται μόνο σε μία τιμή. Σημασία έχει η συνολική εκτίμηση του κινδύνου.
Για ορισμένους αρκούν αλλαγές στον τρόπο ζωής, ενώ άλλοι χρειάζονται φαρμακευτική αγωγή. Ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα πρόληψης βοηθά στην έγκαιρη αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου και στη μακροχρόνια προστασία της καρδιάς και των αγγείων.
Η υψηλή αρτηριακή πίεση είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο και συχνά δεν προκαλεί συμπτώματα. Παρόλα αυτά, μπορεί να βλάψει την καρδιά, τον εγκέφαλο, τους νεφρούς, τα αγγεία και τα μάτια.
Η σωστή μέτρηση της πίεσης είναι απαραίτητη, καθώς οι τιμές διαφέρουν μεταξύ ιατρείου, σπιτιού και καθημερινότητας. Ανθεκτική υπέρταση ονομάζεται η κατάσταση όπου η πίεση παραμένει υψηλή παρά την κατάλληλη θεραπεία.
Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει έλεγχο της σωστής λήψης των φαρμάκων, της διατροφής, της κατανάλωσης αλατιού, πιθανής υπνικής άπνοιας ή άλλων παθήσεων. Η απώλεια βάρους, η άσκηση, ο καλός ύπνος και ο περιορισμός του αλκοόλ ενισχύουν σημαντικά τη θεραπεία.
Η καρδιακή ανεπάρκεια σημαίνει ότι η καρδιά δεν αντλεί το αίμα όσο αποτελεσματικά χρειάζεται ο οργανισμός. Συχνά συμπτώματα είναι η δύσπνοια, η εύκολη κόπωση, τα οιδήματα και η μειωμένη αντοχή. Οι μυοκαρδιοπάθειες αποτελούν παθήσεις του ίδιου του καρδιακού μυός και απαιτούν εξατομικευμένη διερεύνηση και θεραπεία. Η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει εξετάσεις αίματος, ΗΚΓ, ηχοκαρδιογράφημα (Triplex καρδιάς), μαγνητική τομογραφία καρδιάς, παρακολούθηση ρυθμού ή αξιολόγηση στεφανιαίων αρτηριών. Με τις σύγχρονες θεραπείες μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά η ποιότητα ζωής και η πρόγνωση.
Οι βαλβιδοπάθειες εμφανίζονται όταν μία ή περισσότερες βαλβίδες στενεύουν ή παρουσιάζουν ανεπάρκεια. Συχνά παραδείγματα περιλαμβάνουν τη στένωση της αορτικής βαλβίδας, κατά την οποία η αορτική βαλβίδα στενεύει, και την ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας, κατά την οποία η μιτροειδής βαλβίδα επιτρέπει την παλινδρόμηση του αίματος. Η υπερηχοκαρδιογραφία (Triplex καρδιάς) αποτελεί τη βασική εξέταση για τη διάγνωση και την παρακολούθησή τους. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να απαιτηθεί απλή παρακολούθηση, φαρμακευτική αγωγή, διαδερμική παρέμβαση ή χειρουργική αποκατάσταση.
Οι αρρυθμίες μπορεί να προκαλέσουν αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, ζάλη, δύσπνοια ή λιποθυμικά επεισόδια. Ορισμένες διαταραχές του καρδιακού ρυθμού είναι ακίνδυνες, ενώ άλλες ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο λιποθυμίας, εγκεφαλικού επεισοδίου, καρδιακής ανεπάρκειας ή αιφνίδιας επιδείνωσης, εάν παραμείνουν χωρίς θεραπεία. Η κολπική μαρμαρυγή είναι μία από τις συχνότερες διαταραχές του καρδιακού ρυθμού και είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου σε ορισμένους ασθενείς. Η διάγνωση γίνεται με ηλεκτροκαρδιογράφημα, Holter ρυθμού ή άλλες μεθόδους παρακολούθησης. Η θεραπεία εξατομικεύεται και μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, κατάλυση (ablation), αντιπηκτική θεραπεία ή βηματοδότη.
Η εμμηνόπαυση αποτελεί σημαντική περίοδο για την επανεκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Οι ορμονικές αλλαγές επηρεάζουν την αρτηριακή πίεση, τη χοληστερόλη, τον μεταβολισμό, τον ύπνο, τη διάθεση, το σωματικό βάρος, και τον μεταβολισμό της γλυκόζης, παράγοντες που μπορούν όλοι να επηρεάσουν την υγεία της καρδιάς. Συμπτώματα όπως πόνος στο στήθος, δύσπνοια ή αίσθημα παλμών δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα στην εμμηνόπαυση χωρίς καρδιολογική αξιολόγηση. Μια προσεκτική καρδιαγγειακή αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει στη διάκριση μεταξύ συμπτωμάτων που σχετίζονται με τη φυσιολογική μετάβαση και ενδείξεων που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση. Στόχος είναι η αντικατάσταση της αβεβαιότητας και των μύθων με σαφείς, πρακτικές και τεκμηριωμένες οδηγίες για τη μακροπρόθεσμη καρδιακή υγεία.